ass-nugget
ass
ɑ:s
ασ
nu
nʌ
να
gget
gɪt
γκιτ

Ορισμός και σημασία του "ass-nugget"στα αγγλικά

01

άχρηστος, ηλίθιος

a worthless, annoying, or contemptible person 
ass-nugget definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ass-nuggets
Παραδείγματα
The ass-nugget spilled his drink and didn't even clean it up. 

Ο ηλίθιος έριξε το ποτό του και δεν το καθάρισε καν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store