addle head
a
ˈa
a
ddle
dəl
dēl
head
hɛd
hed
addlehead

Ορισμός και σημασία του "addle head"στα αγγλικά

01

βλάκας, χαζός

a foolish, confused, or muddled person 
addle head definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
addle heads
Παραδείγματα
The addle head left the stove on and nearly burned the kitchen. 

Ο ανόητος άφησε το σόμπα ανοιχτό και σχεδόν έκαψε την κουζίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store