assfuck
ass
æs
ās
fuck
ˈfək
fēk
/ɐsfˈʌk/

Ορισμός και σημασία του "assfuck"στα αγγλικά

01

κωλοφτιάχτης, λάτρης του πρωκτικού σεξ

a person who enjoys or frequently performs anal intercourse on others
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assfucks
Παραδείγματα
She left him because he turned into an obsessive assfuck.
Τον άφησε γιατί μετατράπηκε σε εμμονικό κωλομπαζο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store