coinage
coi
ˈkɔɪ
koy
nage
nɪʤ
nij

Ορισμός και σημασία του "coinage"στα αγγλικά

01

νεολογισμός, δημιουργία λέξεων

the process of inventing a word 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coinages
1.1

νεολογισμός, νέο εφευρεθείσα λέξη

a newly invented word or phrase 
02

νομίσματα, νομισματοκοπία

coins collectively 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coinage
coin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store