Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dippy
01
ανόητος, ασυνετός
silly or lacking good judgment
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dippiest
συγκριτικός βαθμός
dippier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She laughed at her own dippy mistake of wearing mismatched shoes.
Γέλασε με το δικό της ανόητο λάθος να φοράει αταίριαστα παπούτσια.
Λεξικό Δέντρο
dippy
dip



























