dippy
di
ˈdɪ
di
ppy
pi
pi
/dˈɪpi/

Ορισμός και σημασία του "dippy"στα αγγλικά

01

ανόητος, ασυνετός

silly or lacking good judgment
dippy definition and meaning
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dippiest
συγκριτικός βαθμός
dippier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She laughed at her own dippy mistake of wearing mismatched shoes.
Γέλασε με το δικό της ανόητο λάθος να φοράει αταίριαστα παπούτσια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store