Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agedness
01
γηρατειά, γηρασμός
the property characteristic of old age
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
agedness
aged
age



























