agedness
Pronunciation
/ˈeɪdʒdnəs/

Ορισμός και σημασία του "agedness"στα αγγλικά

01

γηρατειά, γηρασμός

the property characteristic of old age
agedness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store