Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mama put
01
ένα πάγκο στο δρόμο που πουλά παραδοσιακά πιάτα της Νιγηρίας, ένα πάγκο δρόμου με ειδικότητα σε πιάτα της Νιγηρίας
(Nigerian) a street food stall selling traditional Nigerian dishes
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mama puts
Παραδείγματα
Let's grab some jollof rice at the mama put down the street.
Ας πάρουμε λίγο ρύζι jollof στο μαγειρείο της μαμάς στον δρόμο.
02
Νιγηριανή πωλήτρια δρόμου, Νιγηριανή μαγείρισσα δρόμου
(Nigerian) a woman who runs a food stall or cooks Nigerian street food
αργκό
Παραδείγματα
She's the mama put who makes the best egusi soup.
Είναι η mama put που φτιάχνει την καλύτερη σούπα egusi.



























