boet
boet
bəʊt
bewt
goatvotedotecoat

Ορισμός και σημασία του "boet"στα αγγλικά

01

φίλος, αδελφός

(South African) a close friend or brother 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
boets
αρσενικό ενικό
boet
θηλυκό ενικό
suss
neutral form
friend
Παραδείγματα
How's it going, boet? 

Πώς πάει, αδερφέ;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store