Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cute hoor
01
πανούργος αλεπού, πανούργος
(Irish) a shrewd, cunning, or sly person, especially in business or politics
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cute hoors
Παραδείγματα
He managed to get the contract; typical cute hoor behavior.
Κατάφερε να πάρει το συμβόλαιο· τυπική συμπεριφορά cute hoor.



























