Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elephant's trunk
/ˈɛlɪfənts tɹˈʌŋk/
/ˈɛlɪfənts tɹˈʌŋk/
elephant's trunk
01
μεθυσμένος σαν ελέφαντας, μπουχτισμένος σαν ελέφαντας
(Cockney rhyming slang) intoxicated from alcohol
Slang
Παραδείγματα
I felt elephant's trunk after that pint.
Ένιωσα μεθυσμένος σαν προβοσκίδα ελέφαντα μετά από εκείνο το πίντα.



























