green hornet
green
ˈgri:n
grin
hor
hɔ:
haw
net
nɪt
nit

Ορισμός και σημασία του "green hornet"στα αγγλικά

01

υπάλληλος δημοτικών κανονισμών, δημοτικός επιθεωρητής

(Canada) a bylaw officer, often one who enforces local municipal regulations 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
green hornets
Παραδείγματα
The green hornet ticketed my car for parking. 

Ο πράσινος σφήκας έκοψε πρόστιμο στο αυτοκίνητό μου για στάθμευση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store