sook
sook
sʊk
sook
snookshookspook

Ορισμός και σημασία του "sook"στα αγγλικά

01

κλαψιάρης, γκρινιάρης

(Atlantic Canada) a person who is overly sensitive or prone to whining 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sooks
Παραδείγματα
Don't be such a sook. 

Μην είσαι τόσο κλαψιάρης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store