to dog out
dog
dɒg
dog
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "dog out"στα αγγλικά

to dog out
01

προσβάλλω, επιτίθεμαι λεκτικά

(African American) to insult, attack, or verbally abuse someone 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
dog
ενεστώτας
dog out
γ΄ ενικό πρόσωπο
dogs out
ενεστώτα μετοχή
dogging out
απλός αόριστος
dogged out
παθητική μετοχή
dogged out
Παραδείγματα
They dogged him out for messing up the play. 

Τον έβρισαν που χάλασε το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store