Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dog out
01
προσβάλλω, επιτίθεμαι λεκτικά
(African American) to insult, attack, or verbally abuse someone
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
dog
ενεστώτας
dog out
γ΄ ενικό πρόσωπο
dogs out
ενεστώτα μετοχή
dogging out
απλός αόριστος
dogged out
παθητική μετοχή
dogged out
Παραδείγματα
Stop dogging out your brother like that.
Σταμάτα να προσβάλλεις τον αδερφό σου έτσι.



























