Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carbo-load
carbo load
carboload
carb-load
carb load
carbload
to carbo-load
01
φορτώνω υδατάνθρακες, κάνω φόρτωση υδατανθράκων
to eat large amounts of carbohydrate-rich food before exercise or athletic events
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carbo-load
γ΄ ενικό πρόσωπο
carbo-loads
ενεστώτα μετοχή
carbo-loading
απλός αόριστος
carbo-loaded
παθητική μετοχή
carbo-loaded
Παραδείγματα
I'm carbo-loading tonight before the marathon.
Απόψε φορτώνω υδατάνθρακες πριν από το μαραθώνιο.



























