Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to roll up on
[phrase form: roll]
01
πλησιάζω κρυφά, προσεγγίζω λαθραία
to approach or sneak up on someone, often with the intention of confronting or harming them
Transitive: to roll up on sb
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up on
βασικό ρήμα
roll
ενεστώτας
roll up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rolls up on
ενεστώτα μετοχή
rolling up on
απλός αόριστος
rolled up on
παθητική μετοχή
rolled up on
Παραδείγματα
I do n't want anyone rolling up on me while I'm alone.
Δεν θέλω κανείς να μου πλησιάζει κρυφά ενώ είμαι μόνος.



























