cocky
co
ˈkɑ
κα
cky
ki
κι
/kˈɒki/

Ορισμός και σημασία του "cocky"στα αγγλικά

01

αλαζονικός, υπεροπτικός

excessively confident and arrogant, often displaying a sense of superiority or entitlement
cocky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cockiest
συγκριτικός βαθμός
cockier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cocky businessman made risky investments without considering the consequences.
Ο αλαζόνας επιχειρηματίας έκανε επικίνδυνες επενδύσεις χωρίς να λάβει υπόψη τις συνέπειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store