Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cocky
01
αλαζονικός, υπεροπτικός
excessively confident and arrogant, often displaying a sense of superiority or entitlement
Παραδείγματα
The cocky businessman made risky investments without considering the consequences.
Ο αλαζόνας επιχειρηματίας έκανε επικίνδυνες επενδύσεις χωρίς να λάβει υπόψη τις συνέπειες.
Λεξικό Δέντρο
cockiness
cocky
cock



























