Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dox
01
ντοξάρω, δημοσιεύω προσωπικές πληροφορίες
to find and publish someone's private information online, often with malicious intent
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dox
γ΄ ενικό πρόσωπο
doxes
ενεστώτα μετοχή
doxing
απλός αόριστος
doxed
παθητική μετοχή
doxed
Παραδείγματα
The forum banned him after he tried to dox someone.
Το φόρουμ τον απέκλεισε αφού προσπάθησε να doxάρει κάποιον.



























