bad trip
bad
bæd
bād
trip
trɪp
trip

Ορισμός και σημασία του "bad trip"στα αγγλικά

01

κακό ταξίδι, άσχημη εμπειρία

an unpleasant or disturbing experience while under the influence of hallucinogens 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bad trips
Παραδείγματα
He had a bad trip on acid and swore never to try it again. 

Είχε ένα κακό ταξίδι με οξύ και ορκίστηκε να μην το ξαναδοκιμάσει ποτέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store