easy a
ea
ˈi:
i
sy
zi
zi
a
ei

Ορισμός και σημασία του "easy A"στα αγγλικά

01

εύκολο μάθημα, απλό μάθημα

a class that's known to be simple to pass or earn a high grade in 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
easy As
Παραδείγματα
I'm taking history; it's an easy A. 

Παίρνω ιστορία· είναι εύκολο Α.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store