cockatiel
co
ˈkɒ
ko
cka
tiel
ˌti:l
til

Ορισμός και σημασία του "cockatiel"στα αγγλικά

01

κοκατίλ, μικρή αυστραλιανή παπαγάλος

a small Australian parrot with gray plumage and a yellow crest 
cockatiel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cockatiels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store