Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to full send
01
πηγαίνω μέχρι τέλους, εκτοξεύομαι με τόλμη
to commit completely to an action, often with boldness or reckless abandon
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
send
βασικό ρήμα
full
ενεστώτας
full send
γ΄ ενικό πρόσωπο
full sends
ενεστώτα μετοχή
full sending
απλός αόριστος
full sent
παθητική μετοχή
full sent
Παραδείγματα
She full sent on the idea and launched it without second thoughts.
Έκανε full send στην ιδέα και την ξεκίνησε χωρίς δισταγμό.



























