Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smart off
01
απαντώ θρασέα, μιλώ ασεβώς
to speak rudely or disrespectfully, often with sarcasm
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
smart
ενεστώτας
smart off
γ΄ ενικό πρόσωπο
smarts off
ενεστώτα μετοχή
smarting off
απλός αόριστος
smarted off
παθητική μετοχή
smarted off
Παραδείγματα
I told him not to smart off, but he did n't listen.
Του είπα να μην κάνει τον έξυπνο, αλλά δεν άκουσε.



























