real one
real
rɪəl
riel
one
wʌn
van

Ορισμός και σημασία του "real one"στα αγγλικά

01

αληθινός, πιστό άτομο

a genuine, loyal, or trustworthy person 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
real ones
Παραδείγματα
She's a real one, always got my back. 

Είναι αληθινός άνθρωπος, πάντα με υποστηρίζει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store