Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slow fade
01
αργά εξαφανίζεται, σταδιακά απομακρύνεται
to gradually reduce communication with someone; to end a relationship indirectly
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fade
βασικό ρήμα
slow
ενεστώτας
slow fade
γ΄ ενικό πρόσωπο
slow fades
ενεστώτα μετοχή
slow fading
απλός αόριστος
slow faded
παθητική μετοχή
slow faded
Παραδείγματα
He started to slow fade after our argument.
Άρχισε να κάνει slow fade μετά τον καυγά μας.



























