Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slow fade
01
αργά εξαφανίζεται, σταδιακά απομακρύνεται
to gradually reduce communication with someone; to end a relationship indirectly
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fade
βασικό ρήμα
slow
ενεστώτας
slow fade
γ΄ ενικό πρόσωπο
slow fades
ενεστώτα μετοχή
slow fading
απλός αόριστος
slow faded
παθητική μετοχή
slow faded
Παραδείγματα
They've been slow fading each other for weeks.
Έχουν slow fade ο ένας τον άλλον για εβδομάδες.



























