Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to friend zone
01
φρεντζονάρω, βάζω στη φρεντζόνα
to place someone in a category of friendship only, ignoring their romantic interest
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
friend zone
γ΄ ενικό πρόσωπο
friend zones
ενεστώτα μετοχή
friend zoning
απλός αόριστος
friend zoned
παθητική μετοχή
friend zoned
Παραδείγματα
He friend-zoned her after months of dating attempts.
Την έβαλε στη ζώνη φιλίας μετά από μήνες απόπειρων ραντεβού.



























