tranarchist
Pronunciation
/tɹˈænɑːɹkˌɪst/

Ορισμός και σημασία του "tranarchist"στα αγγλικά

01

τραναρχιστής, τρανσέξουαλ αναρχικός

a transgender person who identifies with anarchism
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tranarchists
Παραδείγματα
That tranarchist energy inspires both rebellion and inclusion.
Αυτή η τραναρχική ενέργεια εμπνέει τόσο την εξέγερση όσο και τη συμπερίληψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store