Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stone butch
01
μία πέτρινη μπουτς, μία αγνή λεσβία μπουτς
a very masculine lesbian or a butch lesbian who prefers giving sexual pleasure rather than receiving it
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stone butches
Παραδείγματα
That stone butch exudes confidence and strength.



























