desk lamp
desk
dɛsk
ντεσκ
lamp
læmp
λαιμπ

Ορισμός και σημασία του "desk lamp"στα αγγλικά

01

επιτραπέζιος φωτισμός, λάμπα γραφείου

a small, portable light designed to illuminate a workspace or desk area 
desk lamp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
desk lamps
Παραδείγματα
She bought a new desk lamp to help her study at night. 

Αγόρασε ένα νέο επιτραπέζιο φωτιστικό για να τη βοηθήσει να μελετά τη νύχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store