city dweller
ci
ˈsɪ
σι
ty
ti
τι
dwe
dwɛ
ντουε
ller
λα

Ορισμός και σημασία του "city dweller"στα αγγλικά

01

κάτοικος πόλης, αστικός

someone who resides in a city 
city dweller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
city dwellers
Παραδείγματα
City dwellers usually have more job opportunities but less space. 

Οι κάτοικοι της πόλης συνήθως έχουν περισσότερες ευκαιρίες εργασίας αλλά λιγότερο χώρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store