to power off
power
paʊə
pawe
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "power off"στα αγγλικά

to power off
01

απενεργοποιώ, κλείνω την τροφοδοσία

to stop supplying electricity to an electronic device or system, causing it to become non-operational 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
power
ενεστώτας
power off
γ΄ ενικό πρόσωπο
powers off
ενεστώτα μετοχή
powering off
απλός αόριστος
powered off
παθητική μετοχή
powered off
Παραδείγματα
Remember to power off your computer before unplugging it. 

Θυμηθείτε να απενεργοποιήσετε τον υπολογιστή σας πριν τον αποσυνδέσετε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store