Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to power off
[phrase form: power]
01
απενεργοποιώ, κλείνω την τροφοδοσία
to stop supplying electricity to an electronic device or system, causing it to become non-operational
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
power
ενεστώτας
power off
γ΄ ενικό πρόσωπο
powers off
ενεστώτα μετοχή
powering off
απλός αόριστος
powered off
παθητική μετοχή
powered off
Παραδείγματα
The system wo n't power off until all tasks are completed.
Το σύστημα δεν απενεργοποιείται μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι εργασίες.



























