Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to power on
[phrase form: power]
01
ενεργοποιώ, ανάβω
to supply an electronic device or system with electricity so it becomes operational
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
power
ενεστώτας
power on
γ΄ ενικό πρόσωπο
powers on
ενεστώτα μετοχή
powering on
απλός αόριστος
powered on
παθητική μετοχή
powered on
Παραδείγματα
After powering on the system, she logged in to start her work.
Μετά την ενεργοποίηση του συστήματος, συνδέθηκε για να ξεκινήσει τη δουλειά της.



























