work hours
work
wɜ:k
vēk
hours
aʊəz
awez
working hours

Ορισμός και σημασία του "work hours"στα αγγλικά

01

ώρες εργασίας, ωράριο εργασίας

the specific times during which a person is expected to work each day 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
work hours
Παραδείγματα
My work hours are from 8 AM to 5 PM 

Οι ώρες εργασίας μου είναι από τις 8 π.μ. έως τις 5 μ.μ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store