Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mistake for
[phrase form: mistake]
01
παραννοώ, συγχέω με
to wrongly think that someone or something is another person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
for
βασικό ρήμα
mistake
ενεστώτας
mistake for
γ΄ ενικό πρόσωπο
mistakes for
ενεστώτα μετοχή
mistaking for
απλός αόριστος
mistook for
παθητική μετοχή
mistaken for
Παραδείγματα
His accent was mistaken for being French.
Η προφορά του παρεξηγήθηκε ως Γαλλική.



























