office worker
Pronunciation
/ˈɑːfɪs wˈɜːkɚ/

Ορισμός και σημασία του "office worker"στα αγγλικά

01

υπάλληλος γραφείου, γραφειοκράτης

a person who does administrative or clerical work in an office
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
office workers
Παραδείγματα
That job suits someone with office worker experience.
Αυτή η δουλειά ταιριάζει σε κάποιον με εμπειρία υπαλλήλου γραφείου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store