Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Photoreceptor
01
φωτοϋποδοχέας, φωτοανιχνευτής
a part of a living thing, such as a cell or protein, that senses light and helps the body or plant respond to it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
photoreceptors
Παραδείγματα
Damage to photoreceptors can affect vision.
Η ζημιά στους φωτοϋποδοχείς μπορεί να επηρεάσει την όραση.



























