seaman
sea
ˈsi:
si
man
mæn
mān
shamansaman

Ορισμός και σημασία του "seaman"στα αγγλικά

01

ναύτης, περιπλανώμενος

a person who works on a ship, especially one who helps operate or take care of the ship but is not an officer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
seamen
αρσενικό ενικό
seaman
θηλυκό ενικό
seawoman
neutral form
sailor
Παραδείγματα
The seaman helped tie the ship to the dock. 

Ο ναύτης βοήθησε να δέσει το πλοίο στην αποβάθρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

seamanlike
seamanship
seaman
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store