Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seamlessly
01
απρόσκοπτα, ομαλά
in a smooth, effortless, and uninterrupted manner; without visible transitions or disruptions
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The new software update integrates seamlessly with existing programs, requiring no additional setup.
Η νέα ενημέρωση λογισμικού ενσωματώνεται απρόσκοπτα με τα υπάρχοντα προγράμματα, χωρίς να απαιτείται επιπλέον ρύθμιση.
Λεξικό Δέντρο
seamlessly
seamless
seam



























