Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seamlessly
01
απρόσκοπτα, ομαλά
in a smooth, effortless, and uninterrupted manner; without visible transitions or disruptions
Παραδείγματα
The smart home devices sync seamlessly, allowing lights, locks, and thermostats to work in perfect harmony.
Οι συσκευές του έξυπνου σπιτιού συγχρονίζονται απρόσκοπτα, επιτρέποντας στα φώτα, τις κλειδαριές και τους θερμοστάτες να λειτουργούν σε τέλεια αρμονία.
Λεξικό Δέντρο
seamlessly
seamless
seam



























