Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loose fit
01
χαλαρή εφαρμογή, άνετη εφαρμογή
a style of clothing that is not tight and hangs away from the body, providing comfort and ease of movement
Παραδείγματα
I prefer a loose fit when buying jeans for everyday wear.
Προτιμώ ένα χαλαρό fit όταν αγοράζω τζιν για καθημερινή χρήση.
This hoodie has a loose fit, perfect for lounging.
Αυτό το φούτερ έχει χαλαρή εφαρμογή, ιδανικό για χαλάρωση.



























