Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electric train
01
ηλεκτρικό τρένο, τρένο με ηλεκτρική κίνηση
a train powered by electricity instead of fuel like diesel or coal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electric trains
Παραδείγματα
The electric train arrived at the station on time.
Το ηλεκτρικό τρένο έφτασε στον σταθμό εγκαίρως.



























