passenger flight
pa
ˈpæ
ssen
sɪn
sin
ger
ʤə
flight
flaɪt
flait

Ορισμός και σημασία του "passenger flight"στα αγγλικά

Passenger flight
01

πτήση επιβατών, επιβατική πτήση

an aircraft operation primarily transporting people between destinations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
passenger flights
Παραδείγματα
Storms delayed all passenger flights. 

Οι καταιγίδες καθυστέρησαν όλες τις πτήσεις επιβατών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store