Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fairing
01
προστατευτικό κάλυμμα, αεροδυναμικό κάλυμμα
the set of body panels attached to a motorcycle's frame, designed to reduce wind resistance, protect the rider from wind and weather, and enclose mechanical components
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fairings
Παραδείγματα
The motorcycle has a large fairing at the front.
Η μοτοσικλέτα έχει ένα μεγάλο προστατευτικό στο μπροστινό μέρος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fairing
fair



























