work placement
work
ˈwɜ:k
vēk
place
pleɪs
pleis
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "work placement"στα αγγλικά

Work placement
01

πρακτική άσκηση, τοποθέτηση εργασίας

a short period of time when a person works for a company to gain experience and learn about a job, usually as part of their education or training 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
work placements
Παραδείγματα
She completed a work placement at a law firm during her studies. 

Ολοκλήρωσε μια πρακτική άσκηση σε ένα δικηγορικό γραφείο κατά τη διάρκεια των σπουδών της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store