coagulated
coa
ˈkoʊæ
κουαι
gu
gjʊ
γκγου
la
ˌleɪ
λει
ted
tid
τιντ
/kə‍ʊˈæɡjʊlˌe‍ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "coagulated"στα αγγλικά

coagulated
01

πήξας, πηκτικός

transformed from a liquid into a soft semisolid or solid mass
coagulated definition and meaning
02

πηγμένος, πηκτωμένος

changed into a solid mass
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coagulated
συγκριτικός βαθμός
more coagulated
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

coagulated
coagulate
coagul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store