closed circuit
closed
ˈkloʊzd
κλουζντ
cir
sɜ:
σερ
cuit
kɪt
κιτ
/klˈəʊzd sˈɜːkɪt/

Ορισμός και σημασία του "closed circuit"στα αγγλικά

Closed circuit
01

κλειστό κύκλωμα, κλειστός βρόχος

a complete electrical circuit around which current flows or a signal circulates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
closed circuits
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store