Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Closed circuit
01
κλειστό κύκλωμα, κλειστός βρόχος
a complete electrical circuit around which current flows or a signal circulates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
closed circuits



























