aftereffect
Pronunciation
/ˈæf.tɚ.əˌfekt/
after-effect

Ορισμός και σημασία του "aftereffect"στα αγγλικά

01

επιπτώσεις, συνέπεια

an effect that results from an action or event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aftereffects
Παραδείγματα
The dramatic policy change had an unexpected aftereffect on the company's employee turnover.
Η δραματική αλλαγή πολιτικής είχε μια απροσδόκητη μετέπειτα επίδραση στην εναλλαγή προσωπικού της εταιρείας.
02

παρενέργεια, επιπλοκή

an unexpected and mostly unpleasant effect of taking a drug, undergoing a medical treatment or procedure, etc.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store