Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aftereffect
01
επιπτώσεις, συνέπεια
an effect that results from an action or event
Παραδείγματα
The dramatic policy change had an unexpected aftereffect on the company's employee turnover.
Η δραματική αλλαγή πολιτικής είχε μια απροσδόκητη μετέπειτα επίδραση στην εναλλαγή προσωπικού της εταιρείας.
02
παρενέργεια, επιπλοκή
an unexpected and mostly unpleasant effect of taking a drug, undergoing a medical treatment or procedure, etc.



























