aftereffect
af
ɑ:f
aaf
ter
e
ɪ
i
ffect
fɛkt
fekt
after-effect

Ορισμός και σημασία του "aftereffect"στα αγγλικά

01

επιπτώσεις, συνέπεια

an effect that results from an action or event 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aftereffects
Παραδείγματα
The aftereffect of the earthquake was widespread power outages across the city. 

Η επιπλοκή του σεισμού ήταν εκτεταμένες διακοπές ρεύματος σε όλη την πόλη.

02

παρενέργεια, επιπλοκή

an unexpected and mostly unpleasant effect of taking a drug, undergoing a medical treatment or procedure, etc. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store