Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aftercare
01
μεταπωλητική εξυπηρέτηση, υποστήριξη μετά την πώληση
an assurance or support from the manufacturer or seller that offers costumers that bought a product services if the need arises
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aftercares
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aftercare
after
care



























