Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to close out
01
ολοκληρώνω, τερματίζω
terminate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
close
ενεστώτας
close out
γ΄ ενικό πρόσωπο
closes out
ενεστώτα μετοχή
closing out
απλός αόριστος
closed out
παθητική μετοχή
closed out
02
εκκαθαρίζω, ξεπουλώ
to conclude by selling off or getting rid of remaining items or assets
Παραδείγματα
The store is planning to close out its summer inventory with a clearance sale.
Το κατάστημα σχεδιάζει να κλείσει το καλοκαιρινό του απόθεμα με μια εκκαθάριση.
03
καθιστώ αδύνατο, αποκλείω εκ των προτέρων
make impossible, especially beforehand



























