Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to close down
[phrase form: close]
01
κλείνω οριστικά, διακόπτω τη λειτουργία
(of a business, shop, company, etc.) to no longer be open or operating, particularly permanently
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
close
ενεστώτας
close down
γ΄ ενικό πρόσωπο
closes down
ενεστώτα μετοχή
closing down
απλός αόριστος
closed down
παθητική μετοχή
closed down
Παραδείγματα
Due to the storm, all local schools closed down early.
Λόγω της καταιγίδας, όλα τα τοπικά σχολεία έκλεισαν νωρίς.
1.1
κλείνω, διακόπτω τη λειτουργία
to bring a business, operation, or establishment to an end
Transitive: to close down a business
Παραδείγματα
They closed the store down last week.
Έκλεισαν το μαγαζί την περασμένη εβδομάδα.



























