Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to close down
01
κλείνω οριστικά, διακόπτω τη λειτουργία
(of a business, shop, company, etc.) to no longer be open or operating, particularly permanently
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
close
ενεστώτας
close down
γ΄ ενικό πρόσωπο
closes down
ενεστώτα μετοχή
closing down
απλός αόριστος
closed down
παθητική μετοχή
closed down
Παραδείγματα
The factory will close down next month.
Το εργοστάσιο θα κλείσει τον επόμενο μήνα.
1.1
κλείνω, διακόπτω τη λειτουργία
to bring a business, operation, or establishment to an end
Transitive: to close down a business
Παραδείγματα
They decided to close down the factory due to financial losses.
Αποφάσισαν να κλείσουν το εργοστάσιο λόγω οικονομικών ζημιών.



























