Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clear away
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
clear
ενεστώτας
clear away
γ΄ ενικό πρόσωπο
clears away
ενεστώτα μετοχή
clearing away
απλός αόριστος
cleared away
παθητική μετοχή
cleared away
Παραδείγματα
The workers were instructed to clear away the construction debris from the site.
Οι εργάτες είχαν εντολή να καθαρίσουν τα ερείπια κατασκευής από τον χώρο.
02
καθαρίζω, απομακρύνω
to remove objects, items, or clutter from a space in order to make it tidy and organized
Παραδείγματα
After the party, we cleared away the empty cups and plates to make the dining area neat again.
Μετά το πάρτι, καθαρίσαμε τα άδεια ποτήρια και πιάτα για να κάνουμε την τραπεζαρία πάλι τακτοποιημένη.
03
εξαφανίζομαι, διαλύομαι
to disappear from sight or existence
Παραδείγματα
As the storm clouds cleared away, the sun emerged and brightened the sky.
Καθώς τα σύννεφα της καταιγίδας διαλύθηκαν, ο ήλιος αναδύθηκε και φώτισε τον ουρανό.
04
καθαρίζω, απομακρύνω
to force or cause someone or a group to move away from a particular place
Παραδείγματα
The security personnel cleared away the protesters from the entrance of the building.
Το προσωπικό ασφαλείας απέμακρυνε τους διαδηλωτές από την είσοδο του κτιρίου.



























